Η ελευθερία είναι το οξυγόνο του καλλιτέχνη
Ευχαριστώ ιδιαιτέρως τον Άγγελο Χαριάτη και την ιστοσελίδα fractalart.gr που με υποδέχτηκαν για την παρακάτω συνέντευξη.
-Ποιο είναι το τελευταίο σας βιβλίο και τι πραγματεύεται;
Η νουβέλα “Συλλέκτης μανιταριών” κυκλοφόρησε την άνοιξη του περασμένου έτους. Πρόκειται για μια φιλοσοφική νουβέλα, μια δυστοπία. Με κεντρικό μοτίβο ότι ο κόσμος αυτός βασίζεται στο ψέμα και στην υποκρισία θίγονται ζητημάτων που έχουν να κάνουν με τις πολιτικές ραδιουργίες και τις δημοκρατικά εκλεγμένες αυταρχικές κυβερνήσεις, με την προπαγάνδα και τα fake news, με την επίπλαστη ευδαιμονία και την ομίχλη που επικαλύπτει τις ανθρώπινες σχέσεις, με τη σπίθα που πυροδοτεί την παράλογη βία και τον πόλεμο. Πάντα ήθελα να γράψω ένα βιβλίο με σκοτεινό χιούμορ για την αίσθηση της κατάρας που κατατρέχει το ανθρώπινο είδος. Πάντα μου έκαναν εντύπωση οι έντονες τάσεις αυτοκαταστροφής του ανθρώπου.
-Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος που προτιμάτε ως συγγραφέας και κάποιο που προτιμάτε ως αναγνώστης;
Ωραία ερώτηση, αν και συνήθως το είδος που προτιμούμε ως συγγραφείς μας ακολουθεί και ως αναγνώστες. Τούτο ποικίλει ανάλογα με την ψυχική διάθεση και τη συναισθηματική ιδιοσυστασία που δημιουργείται ανά περιόδους.
–Μικρή φόρμα ή μεγαλύτερη. Ποια σας ενδιαφέρει ή σας ταιριάζει καλύτερα;
Σημασία έχει ποια φόρμα ταιριάζει καλύτερα στον Έλληνα συγγραφέα, ώστε να αποκτήσουμε επιτέλους μια ταυτότητα που να μας ξεχωρίζει από τους άλλους, ή αν θέλετε μια ιδιαιτερότητα ανάλογη με εκείνη των συγγραφέων της Σκανδιναβίας οι οποίοι έχουν σχεδόν οικειοποιηθεί την αστυνομική λογοτεχνία. Τα πέντε τελευταία χρόνια, ως συντονιστής της Λέσχης Ανάγνωσης ΑΜΘ (Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης), έχω διαπιστώσει ότι η μικρή φόρμα ταιριάζει γάντι στον Έλληνα συγγραφέα. Είναι σαν το ερώτημα «γιατί στον Έλληνα αθλητή πάει περισσότερο το μπάσκετ και όχι το ποδόσφαιρο;» Στη μικρή φόρμα διαπρέπουμε και αν είχαμε μια ισχυρή πολιτική βιβλίου, θα μπορούσαμε να την αναδείξουμε ως «το ελληνικό φαινόμενο». Ενδεικτικά θα σας αναφέρω τέσσερα βιβλία μικρής φόρμας που παρουσιάσαμε στη λέσχη, τα οποία θα μπορούσαν κάλλιστα να δημιουργήσουν το πρώτο κύμα στο εξωτερικό. Η νουβέλα “Μαύρο νερό” του Μιχάλη Μακρόπουλου, το “Γκιακ” του Δημοσθένη Παπαμάρκου, η νουβέλα “Τι είναι ένας κάμπος” της Νάσιας Διονυσίου και τα διηγήματα “Μια Μαρίνα Τζάφου” από τον μετρ του είδους Σωτήρη Δημητρίου. Και για να ευλογήσουμε τα γένια μας, τα τρία από τα τέσσερα (πλην του “Γκιακ” δηλαδή) τα παρουσιάσαμε στη λέσχη προτού βραβευτούν.
-Υπάρχουν συγγραφικές εμμονές ή αγαπημένη θεματολογία;
Πάντα μου άρεσαν οι αντικομφορμιστές καλλιτέχνες. Ο Βαν Γκογκ και ο Έγκον Σίλε στη ζωγραφική, ο Τζέημς Τζόυς στη λογοτεχνία, ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ στον κινηματογράφο. Μ’ ενδιαφέρει η καινοτομία, την επιδιώκω με κάθε τρόπο. Προσπαθώ ώστε κάθε μου βιβλίο να είναι διαφορετικό από το προηγούμενο και από το επόμενο. Δείτε τα προηγούμενα έργα μου πόσο διαφορετικές περιοχές της λογοτεχνίας αγγίζουν, με εξαίρεση την άτυπη τριλογία που φέρει τον τίτλο «Η σκοτεινή πλευρά της γραφής» και αποτελείται από τα βιβλία “Το χαμένο Νόμπελ” (2015), “Επικίνδυνοι συγγραφείς” (2019) και “Μυστική Ιθάκη” (κυκλοφορεί τον ερχόμενο Οκτώβρη). Αυτό, βέβαια, μου έχει κοστίσει, γιατί οι επαΐοντες αδυνατούν να με εντάξουν σε κάποια κατηγορία. Έχουν πει για μένα ότι είμαι «ακατάτακτος», ότι δεν ανήκω σε κάποιο λογοτεχνικό είδος. Μ’ αρέσει να με θεωρούν ακατάτακτο. Η ελευθερία είναι το οξυγόνο του καλλιτέχνη.
-Έχετε επιρροές από Έλληνες ή/και ξένους συγγραφείς;
Το ταξίδι της ανάγνωσης δεν τελειώνει ποτέ. Συνεχώς ανανεώνεται το ενδιαφέρον σου, καθώς ανακαλύπτεις νέους συγγραφείς με αξιόλογα βιβλία. Παρά ταύτα, θα παραμείνω στις τριάδες συγγραφέων που έχω ήδη ξεχωρίσει για να μην χαθώ. “Τα άσματα του Μαλντορόρ” του Λοτρεαμόν, “Οι αόρατες πόλεις” του Ιταλο Καλβίνο και 2666 του Ρομπέρτο Μπολάνιο είναι τρία από τα κορυφαία αναγνώσματα. Από τους Έλληνες, “Πάπισσα Ιωάννα” του Εμμανουήλ Ροΐδη, “Στοιχεία από τη δεκαετία του ’60” του Θανάση Βαλτινού και “Middlesex – ανάμεσα στα δύο φύλα” του Τζέφρυ Ευγενίδη. Μ’ αρέσουν και οι τρεις μεγάλοι Έλληνες διηγηματογράφοι, ο Γεώργιος Βιζυηνός, ο Δημήτρης Χατζής και ο Γιώργος Ιωάννου. Επίσης, αγαπημένο μου βιβλίο είναι το “Αδριανού απομνημονεύματα” της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Μαζί με τον “Μαύρο άγγελο” του Μίκα Βάλταρι και “Το όνομα του ρόδου” του Ουμπέρτο Έκο συγκροτούν μια υπέροχη τριλογία στο ιστορικό μυθιστόρημα. Στο χώρο της Επιστημονικής Φαντασίας έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του Φίλιπ Ντικ με ευλαβική αφοσίωση, αλλά εξίσου σημαντικά έργα θεωρώ το πολυεπίπεδο “Ντιουν” του Φρανκ Χέρμπερτ, το “Σολάρις” του Στάνισλαβ Λεμ και το “Σφαγείο Νο 5” του Κερτ Βόνεγκατ. Από την αστυνομική λογοτεχνία παραμένω λάτρης του Ρέιμοντ Τσάντλερ. Φυσικά, κορυφαίος όλων δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες, τον Όμηρο της σύγχρονης λογοτεχνίας.
-Εάν είχατε τη δυνατότητα να καλέσετε σε τραπέζι τέσσερις λογοτέχνες, ποιοι θα ήταν αυτοί και για ποιο λόγο;
Θα καλούσα ασυζητητί τον Νίκο Καζαντζάκη (έχω πολλές ερωτήσεις να του κάνω), τη Βιρτζίνια Γουλφ (θα προσπαθούσα να κρύψω τον θαυμασμό μου), τον Φερνάντο Πεσσόα (θα αναρωτιόμουν με ποιο από τα εκατόν είκοσι εφτά ετερώνυμά του θα προσερχόταν στο δείπνο) και τον Κωνσταντίνο Καβάφη (η “Μυστική Ιθάκη” έχει ως θέμα τους -κατ’ εμέ- πρωτοπόρους της συγγραφικής τέχνης με συνδετικό κρίκο τον Αλεξανδρινό).
-Ποια κατά τη γνώμη σας είναι τα χαρακτηριστικά ενός έργου το οποίο χαρακτηρίζεται παγκόσμιο ή/ και κλασικό;
Διαβάζεις το “Βάρος της πεταλούδας” του Έρι Ντε Λούκα ή το “Μετάξι” του Αλεσάντρο Μπαρίκο (για να μείνω μόνο στην Ιταλία) και αντιλαμβάνεσαι αμέσως ότι η γραφή αυτή θα αντέξει στον χρόνο, ότι θα διαβαστεί όχι μονάχα από τις σημερινές αλλά και τις μεταγενέστερες. Από πολλούς ανθρώπους σε διαφορετικές εποχές. Είναι άλλο το ρίγος που σε διαπερνά όταν διαβάζεις ένα έργο διαχρονικό. Είναι κάτι που αντιλαμβάνεται τόσο ο έμπειρος αναγνώστης όσο και ο λιγότερο έμπειρος. Το ύφος, η γλώσσα, τα νοήματα σε κάθε σελίδα το καθιστούν μοναδικό, πολύτιμο.